banner neo
Top2
diahoristiko
Το 1522 οι Οθωμανοί τελικά ανακαταλαμβάνουν τη Ρόδο και το 1537 και η Μονή αναγνωρίζει επισήμως την οθωμανική κυριαρχία. Κατά ειρωνεία της τύχης, ήταν υπό τους "άπιστους" Τούρκους, όταν και το Μοναστήρι και το νησί ανέκαμψε, γνωρίζοντας πολύ μεγάλη υλική ευημερία και ασκώντας θρησκευτική και πολιτική επιρροή.
 
Ο 16ος αιώνας σημαδεύτηκε από τους πολέμους μεταξύ Βενετών και Οθωμανών. Μετά το 1540 οι Οθωμανοί έλεγχαν την ανατολική Μεσόγειο και σταθεροποιήθηκαν στην περιοχή. Το Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου έφερε εκ νέου εργάτες, οι οποίοι ανήλθαν στα μεσαία κοινωνικά στρώματα, αναπτύσσοντας μια ισχυρή και πετυχημένη αστική ζωή στο νησί. * Τότε, ο οικισμός της Χώρας άρχισε να αποκτά τον σημερινό του χαρακτήρα και το μοναστήρι επίσης ακολούθησε την οικοδομική τάση και εξωραΐστηκε. Την εποχή εκείνη πιθανώς το σύστημα της Μονής αλλάζει από Κοινοβιακό σε ιδιόρρυθμο, κάτι που σημαίνει ότι οι μοναχοί επιτρέπεται να διαβιούν ατομικά και να ασχοληθούν με τις  δικές τους μέριμνες και τα ενδιαφέροντά τους.
 
Τον 17ο αιώνα το λιμάνι της Πάτμου είναι από τα σημαντικότερα της Μεσογείου και αναπτύσσεται μεγάλη εμπορική δραστηριότητα. Εξάγονται βαμβακερά κεντήματα, κεραμικά καθώς και πίνακες ζωγραφικής σε ξύλο. Την ίδια περίοδο το μοναστήρι παίρνει τη σημερινή του μορφή. Η Πάτμος έχει 3000 περίπου κατοίκους. Η διοίκηση ασκείται από τη Μονή ενώ στο νησί δεν κατοικούν Τούρκοι. Το 1607 μ.Χ. ιδρύεται η Μονή της Ζωοδόχου Πηγής, ενώ το 1619 μ.Χ. οικογένειες μεταναστών εγκαθίστανται γύρω από την Πλατεία Αγίας Λεβιάς στη Χώρα.
Το 1645 ξέσπασε εκ νέου πόλεμος μεταξύ Οθωμανών και Βενετών, ο οποίος διήρκεσε 21 χρόνια. Το γεγονός αυτό για την Πάτμο ήταν καταστροφικό καθώς το 1659 ο Βενετός Ναύαρχος Μοροζίνι και τα στρατεύματά του επιτέθηκαν στο νησί προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στον οικισμό της Χώρας, αφήνοντας όμως σχεδόν ανέπαφο το Μοναστήρι. Χρειάστηκαν περισσότερα από 50 χρόνια για να ξεπεράσει το νησί αυτό το χτύπημα και ο πληθυσμός του κατά τη διάρκεια αυτή ήταν πολύ φτωχός. Το καταστροφικό και βίαιο πέρασμα του Βενετσιάνου Ναυάρχου από τήν Πάτμο κατέγραψε χαράζοντας το σε τοίχο στο παρεκκλήσιο του Αγίου Βασιλείου εντός της Μονής, ένας μοναχός (σημειωτέον ότι το εν λόγω παρεκκλήσιο βρίσκεται δίπλα στο καμπαναριό της Μονής, απ? όπου η θέα προς το λιμάνι είναι πανοραμική).
Το τέλος του αιώνα αυτού βρίσκει την Πάτμο με πενήντα περισσότερες οικογένειες, που μεταναστεύουν το 1669 μ.Χ. εξαιτίας της άλωσης του Χάνδακα Κρήτης από τους Τούρκους. Από το 1700 το εμπόριο επανακάμπτει και το βιοτικό επίπεδο των Πατμίων βελτιώνεται.
Τον 18ο αιώνα η Πάτμος βρέθηκε υπό βενετική κατοχή. Το 1713 ο ’γιος Μακάριος ο Καλόγεράς, Πάτμιος στην καταγωγή, αρνήθηκε μια λαμπρή σταδιοδρομία στην Πόλη, όταν ως νεαρός μοναχός στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να επιστρέψει στον προγονικό του τόπο, όπου ίδρυσε την Πατμιάδα Σχολή. Η Σχολή αυτή θεωρήθηκε ένα από τα πλέον σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της εποχής του, έχοντας να επιδείξει μια σειρά επιστημόνων και καθηγητών, οι οποίοι εξαπλώθηκαν στις ελληνικές κοινότητες της Ευρώπης,  τονώνοντας με τον τρόπο αυτό τον ελληνικό πολιτισμό και την Ορθόδοξη πίστη.  Το 1715 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναθέτει Εξαρχικώς τη Διοίκηση της Τοπικής Εκκλησίας  στον Καθηγούμενο της Μονής, παρέχοντας του το υψηλό προνόμιο του Πατριαρχικού Εξάρχου,  να διοικεί δηλαδή την Τοπική Εκκλησία ως Οικείος Επίσκοπος, στο Όνομα πάντα του Οικουμενικού Πατριάρχου.
                                                            
Τον 19ο αιώνα η Πάτμος συνέβαλε καθοριστικά στον αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ένας Πάτμιος έμπορος ήταν μαζί με τον Σκουφά και τον Τσακάλωφ τα ιδρυτικά μέλη της Φιλικής Εταιρείας. * Διακεκριμένες μορφές επίσης της Ελληνικής Επανάστασης ήταν Πάτμιοι όπως  ο Οπλαρχηγός  Δημήτριος Θέμελης, Εθνομάρτυρας και αυτός της Εξόδου του Μεσολογγίου και ο Θεόφιλος Παγκώστας, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ο οποίος δεν δίστασε να υψώσει το επαναστατικό λάβαρο στην Πάτμο. Αν και η Πάτμος ήταν το δεύτερο νησί μετά τις Σπέτσες που ένωσε τις δυνάμεις της στη μάχη για την απελευθέρωση επενδύοντας ηθικά και υλικά στον αγώνα, η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης του 1832, με την οποία επισήμως τερματίστηκε ο πόλεμος, παραχωρούσε όλα τα Δωδεκάνησα στους Οθωμανούς.
Τον 19ο αιώνα σημειώνεται μια αξιομνημόνευτη παρακμή του νησιού. Η βιομηχανική επανάσταση αντικατέστησε τα ιστιοφόρα πλοία με πιο σύγχρονα, ατμοκινούμενα, τα οποία οι Πάτμιοι δεν είχαν δυνατότητα απόκτησης, καθώς βρίσκονταν ακόμη υπό οθωμανική διοίκηση. Οι πλούσιες οικογένειες της Πάτμου μετανάστευσαν και επικράτησε φτώχεια. Η Πατμιάδα Σχολή εγκαταλείφθηκε έως τα τέλη του 19ου αιώνα και το μοναστήρι προσπαθούσε να ορθοποδήσει.
 
Το 1912 οι Ιταλοί επωφελήθηκαν από την αδυναμία της οθωμανικής αυτοκρατορίας και εισέβαλαν στα Δωδεκάνησα. Αρχικά, οι Έλληνες κάτοικοι είδαν τους Ιταλούς ως  ελευθερωτές. Η πεποίθηση αυτή σύντομα διαψεύστηκε, όταν επέδοθη ψήφισμα στον Ιταλό Στρατηγό Αμέλιο, με το οποίο, του ζητούσαν να συμβάλλει στην ένωση της Δωδεκανήσου με το Ελληνικό Κράτος. Η πράξη αυτή εξόργισε τον Ιταλό επικεφαλής με αποτέλεσμα η ιταλική κατοχή αυτή είχε εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες για τα νησιά και ιδιαίτερα για την Πάτμο, η οποία παρέμεινε πολύ φτωχή. Επιπλέον απαγορεύθηκε η διδασκαλία της Ελληνικής. Το 1937 ιδρύθηκε η γυναικεία μονή του Ευαγγελισμού Μητρός Ηγαπημένου από τον πρώην Ηγούμενο της Μεγάλης Μονής, Αμφιλόχιο Μακρή λειτουργώντας ως κρυφό σχολειό, την εποχή εκείνη, για τους νέους της Πάτμου. Ο γέρων Αμφιλόχιος Μακρής θα στιγματίσει την Πάτμο κατά την εποχή εκείνη (αλλά και μέχρι το τέλος της ζωής του) με τη μεγάλη πνευματική, εθνική και οικολογική προσφορά του. Η ιταλική κατοχή έληξε το 1943 με την ανάληψη της διοίκησης από τις Γερμανικές δυνάμεις Κατοχής, που διήρκεσε για δύο έτη, κατά τα οποία η Πάτμος έζησε σε πλήρη οικονομική εξαθλίωση. Μετά τον πόλεμο, οι Βρετανοί ανέλαβαν τη διοίκηση της Δωδεκανήσου και με  τη συνθήκη του Παρισιού στις 7 Μαρτίου του 1947 όλα τα νησιά ενσωματώθηκαν στην Ελληνική Πολιτεία.
 
Το 1947 επαναλειτουργεί η Πατμιάδα Σχολή στο Ιερό Σπήλαιο και το 1951 κτίζονται τα σημερινά κτίρια, από τη Μονή, με τη γενναία συμβολή των Πατμίων του εξωτερικού. Το 1981 η Πάτμος αναγνωρίζεται επίσημα από το ελληνικό κοινοβούλιο ως Ιερά Νήσος, ενώ το 1988 η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου εορτάζει την συμπλήρωση εννέα αιώνων συνεχούς λειτουργίας και το 1995 τα 1900 χρόνια από τη συγγραφή του Βιβλίου της Αποκάλυψης.
 
Το 1999 η Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, μαζί με το Ιερό Σπήλαιο της Αποκάλυψης και το μεσαιωνικό οικισμό της Χώρας στην Πάτμο συμπεριλήφθηκαν επισήμως στον κατάλογο της των μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση συμπεριέλαβε την Πάτμο μεταξύ των πέντε σημαντικότερων προσκυνηματικών προορισμών της Ευρώπης.
 
Ο 21ος αιώνας αποτελεί για την Πάτμο εποχή περισυλλογής και αναγνώρισης. Η Μονή του Θεολόγου επανέρχεται στο  κοινοβιακό σύστημα, αναδιοργανώνεται και εμπλουτίζεται το μουσείο και η βιβλιοθήκη, ενθαρρύνεται η έρευνα και πραγματοποιούνται νέες εκδόσεις, εξοπλίζονται τα επιστημονικά εργαστήρια συντήρησης εικόνων και χειρογράφων, θεσμοθετούνται πολιτιστικά δρώμενα και φορείς όπως, το Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής, το Κέντρο Μέριμνας Οικογένειας και το Κέντρο Ορθοδόξου Πολιτισμού και Πληροφόρησης.
 

footer


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ